Τα «στέκια» της μαύρης αγοράς

Την περίοδο της Κατοχής τα καταστήματα στις στοές του κέντρου λειτουργούσαν ως εστίες μαύρης αγοράς. Οι στοές πρόσφεραν κάλυψη στις παράνομες συναλλαγές, καθώς πίσω από την παραπλανητική βιτρίνα κρύβονταν άλλου είδους προϊόντα προς πώληση. Δικηγορικά και μεσιτικά γραφεία, καταστήματα ενδυμάτων, καθαριστήρια, λόγω έλλειψης εμπορευμάτων και ζήτησης για τις υπηρεσίες τους, είχαν μετατραπεί σε εστίες μαύρης αγοράς τροφίμων. Ο Τάσος Μωρίκης θυμάται:

«Οι μαυραγορίτες στο κρύψιμο είναι άφθαστοι. […] Θυμάμαι πέρυσι ήθελες ντομάτες, τις εύρισκες στα φαρμακεία, ασπιρίνη την εύρισκες στο γαλατά, […] Έμπαινες σ’ ένα λουστρατζίδικο και στο κρυφό διαμέρισμα, αν σ’ έμπαζαν, έβλεπες όσπρια, αλεύρι, ζυμαρικά, ζάχαρη».

Αυτοί όμως που εκμεταλλεύτηκαν κυρίως τις κατοχικές συνθήκες για να πλουτίσουν ήταν οι μεγαλομαυραγορίτες. Έμποροι, βιομήχανοι, εργολάβοι, έκρυβαν σε αποθήκες και εργοστάσια μεγάλες ποσότητες τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης. Σε συνεργασία με τις γερμανικές και ιταλικές αρχές κατοχής διακινούσαν και πουλούσαν τα αγαθά αυτά στις υπέρογκες τιμές της μαύρης αγοράς αποκομίζοντας τεράστια κέρδη.